Του Σαράντου Αλεξανδρή - Αναπληρωτή Γραμματέα του Συνδέσμου Συνταξιούχων ΔΕΗ Μεγ/λης Μέλος του Δ.Σ. της ΠΟΣ/ΔΕΗ
ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ: Η ενεργειακή πολιτική και ο ρόλος της ΔΕΗΗ ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από τις ευθύνες της. Τα τελευταία 6 - 7 χρόνια, με την προώθηση της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ και τις σημαντικές αλλαγές στη μετοχική της σύνθεση, προβάλλονται συχνά, με πρόχειρο και απλουστευτικό τρόπο, διάφορες αιτιάσεις: ότι η Επιχείρηση είναι πλέον ιδιωτική, ότι δεν μπορούμε να παρέμβουμε στις αποφάσεις της και ότι δεν δικαιούμαστε να ζητούμε, μέσα από ψηφίσματα και συλλογικές διεκδικήσεις, την αναστολή της καταστροφής λειτουργικού εξοπλισμού και ενεργειακών υποδομών.
Είναι, όμως, αυτή ολόκληρη η
πραγματικότητα; Και, κυρίως, σημαίνει η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ότι η κοινωνία,
οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να αποδεχθούν
παθητικά την καταστροφή ενός σημαντικού παραγωγικού και τεχνολογικού πλούτου
της χώρας;
Η απάντηση
είναι σαφής: όχι.
Η μετοχική σύνθεση της ΔΕΗ και η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου. Η εξέλιξη της μετοχικής σύνθεσης της ΔΕΗ αποτυπώνει τη σταδιακή ενίσχυση της παρουσίας των ιδιωτικών κεφαλαίων. Ωστόσο, το Ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί να διατηρεί σημαντική συμμετοχή στην Επιχείρηση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης και τη δυνατότητα άσκησης επιρροής στις στρατηγικές επιλογές της. Μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, η οποία εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων στις 14 Μαΐου 2026, η συμμετοχή του Δημοσίου διαμορφώθηκε, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, σε δύο επίπεδα: Άμεση συμμετοχή 11,58% στο μετοχικό κεφάλαιο της ΔΕΗ. Έμμεση συμμετοχή 21,82%, μέσω της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε. (ΕΕΣΥΠ - Υπερταμείο), μοναδικός μέτοχος της οποίας είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Συνολικά, η άμεση και έμμεση συμμετοχή του Δημοσίου ανέρχεται στο 33,4% του μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ. Παράλληλα, η συμμετοχή της CVC Capital Partners, μετά την ολοκλήρωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, ανέρχεται, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, σε 17,17%, καθιστώντας την τον μεγαλύτερο ιδιώτη μέτοχο καθώς και διάφορους άλλους ιδιώτες μετόχους.
Τα δεδομένα
αυτά αναδεικνύουν μια ουσιαστική πλευρά της σημερινής πραγματικότητας: η ΔΕΗ λειτουργεί με
ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, αλλά το Ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί να διαθέτει
σημαντική μετοχική παρουσία και, συνακόλουθα, ευθύνη για τη στρατηγική πορεία
της μεγαλύτερης ενεργειακής επιχείρησης της χώρας.
Τι σημαίνει στην πράξη η συμμετοχή του Δημοσίου; Το ποσοστό του 33,4% προσεγγίζει το ένα τρίτο του μετοχικού κεφαλαίου και αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις αποφάσεις για τις οποίες απαιτούνται αυξημένες πλειοψηφίες.
Ανάλογα με τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις απαρτίας,
τις απαιτούμενες πλειοψηφίες και το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, μια τέτοια
συμμετοχή μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη λήψη σημαντικών εταιρικών
αποφάσεων, ιδίως όταν απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων. Η συμμετοχή του δεν
είναι αμελητέα και ότι η δυνατότητα παρέμβασης πρέπει να εξετάζεται με βάση τις
απαιτήσεις για τη λήψη κάθε απόφασης.
Επομένως,
δεν ευσταθεί η
απλουστευτική άποψη ότι, επειδή η ΔΕΗ έχει ιδιωτικοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό,
το κράτος δεν μπορεί να επηρεάσει τη στρατηγική της πορεία ή ότι η κυβέρνηση
δεν φέρει ευθύνη για τις επιλογές που αφορούν το ενεργειακό μέλλον της χώρας.
Η ύπαρξη ιδιωτών μετόχων δεν εξαφανίζει την πολιτική
ευθύνη της κυβέρνησης.
Η καταστροφή του ενεργειακού εξοπλισμού δεν είναι μονόδρομος. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αυξημένων απαιτήσεων ενεργειακής ασφάλειας του συστήματος.
Σε αυτές τις συνθήκες, η καταστροφή λειτουργικού ή
αξιοποιήσιμου ενεργειακού εξοπλισμού δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή
τεχνική διαδικασία, χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση των εναλλακτικών δυνατοτήτων.
Ιδιαίτερα στην περίπτωση της Μεγαλόπολης, η αποξήλωση
και η καταστροφή του εξοπλισμού των ορυχείων εγείρουν σοβαρά ερωτήματα:
Γιατί δεν εξετάζεται ουσιαστικά η δυνατότητα
διατήρησης και επαναχρησιμοποίησης εξοπλισμού που μπορεί να έχει παραγωγική ή
τεχνολογική αξία;
Ποια αξιολόγηση έχει προηγηθεί για το πραγματικό
κόστος της καταστροφής σε σύγκριση με τις εναλλακτικές λύσεις;
Έχουν διερευνηθεί οι δυνατότητες αξιοποίησης μέρους
του εξοπλισμού για άλλες ενεργειακές, βιομηχανικές ή αναπτυξιακές
δραστηριότητες;
Γιατί δεν αντιμετωπίζεται ο ιστορικός βιομηχανικός
εξοπλισμός ως μέρος της τεχνολογικής και παραγωγικής κληρονομιάς της περιοχής,
με προοπτική τη διατήρηση αντιπροσωπευτικών εγκαταστάσεων και τη δημιουργία
ενός βιομηχανικού μουσείου;
Τα ερωτήματα αυτά δεν απαντώνται με την επίκληση της
ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ. Απαιτούν τεκμηρίωση, διαφάνεια και ουσιαστικό δημόσιο
διάλογο.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά την καταστροφή κάθε υφιστάμενης υποδομής. Ούτε η παύση λειτουργίας μιας εγκατάστασης σημαίνει ότι ο εξοπλισμός της στερείται αυτομάτως κάθε άλλης αξίας. Η απόφαση για την καταστροφή του πρέπει να προκύπτει από τεκμηριωμένη αξιολόγηση και όχι να θεωρείται αυτονόητη συνέπεια της αλλαγής του ενεργειακού σχεδιασμού.
Πίσω από τις επιχειρηματικές αποφάσεις βρίσκονται πολιτικές επιλογές. Η σημερινή κατάσταση της ΔΕΗ δεν διαμορφώθηκε τυχαία. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, την ενίσχυση της συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων στο χώρο της ενέργειας. Η διοίκηση μιας επιχείρησης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια μπορεί να επικαλείται επιχειρηματικούς σχεδιασμούς, οικονομικές αποδόσεις και στρατηγικές προτεραιότητες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι επιλογές της βρίσκονται έξω από κάθε κοινωνικό, πολιτικό και δημόσιο έλεγχο.
Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια επιχείρηση με την
ιστορική, οικονομική και στρατηγική σημασία της ΔΕΗ, οι αποφάσεις της δεν
αφορούν μόνο τους μετόχους της. Αφορούν την ενεργειακή ασφάλεια, την παραγωγική
δυνατότητα της χώρας, την απασχόληση, την περιφερειακή ανάπτυξη και το μέλλον
των τοπικών κοινωνιών.
Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη για το θεσμικό και
πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η αγορά ενέργειας.
Η καταστροφή ενεργειακών υποδομών είναι ζήτημα συγκεκριμένων πολιτικών και επιχειρηματικών επιλογών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διεκδίκηση της άμεσης αναστολής της καταστροφής λειτουργικού εξοπλισμού της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη είναι μια αναγκαία παρέμβαση για τη διαφύλαξη παραγωγικών δυνατοτήτων, τη διερεύνηση εναλλακτικών λύσεων και την προστασία της βιομηχανικής κληρονομιάς της περιοχής.
Η τοπική κοινωνία της Μεγαλόπολης, οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι της ΔΕΗ έχουν κάθε λόγο να απαιτούν απαντήσεις για την τύχη του εξοπλισμού που επί δεκαετίες αποτέλεσε βασικό στοιχείο της παραγωγικής ζωής του τόπου. Η ιστορία της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη δεν είναι απλώς μια εταιρική υπόθεση. Είναι μέρος της οικονομικής, κοινωνικής και τεχνολογικής ιστορίας της περιοχής.
Δεν αποδεχόμαστε την καταστροφή ως μονόδρομο. Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στην εξυπηρέτηση επιχειρηματικών σχεδιασμών. Οφείλει να υπηρετεί την ενεργειακή ασφάλεια, την παραγωγική ανάπτυξη, τις ανάγκες των καταναλωτών και το μακροπρόθεσμο συμφέρον της κοινωνίας.
Γι' αυτό δεν αποδεχόμαστε ως αναπόφευκτη την
καταστροφή λειτουργικού ενεργειακού εξοπλισμού, ούτε θεωρούμε ότι η
ιδιωτικοποίηση δικαιολογεί την απώλεια πολύτιμων παραγωγικών υποδομών και της
βιομηχανικής μας κληρονομιάς.
Η προστασία του παραγωγικού πλούτου της χώρας είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας. Η βιομηχανική κληρονομιά δεν είναι παλιοσίδερα.













