Υπολογισμός της και λοιπά
ζητήματα
Α Μέρος
Η κύρια σύνταξη αποτελείται από δυο (2) τμήματα α) την εθνική σύνταξη και β) την ανταποδοτική. Την εθνική που εγγυάται το κράτος και την ανταποδοτική που είναι συνάρτηση των εισφορών στο σύνολο του εργασιακού βίου. Το μοντέλο αυτό πρωτοθεσπίστηκε μετά το πρώτο μνημόνιο με τους νόμους 3863/2010 και 3865/2010 (Λοβέρδου - Κουτρουμάνη) ως Βασική και Αναλογική σύνταξη όπως φαίνεται στο Α και Β σημείο. Στην συνέχεια μετά το τρίτο μνημόνιο υιοθετήθηκε και συμπεριελήφθη στον νόμο 4387/2016 (Κατρούγκαλου) ως Εθνική και Ανταποδοτική σύνταξη.
Καταδεικνύεται από αυτά ότι δεν ανακάλυψαν με
τον νόμο Κατρούγκαλου κάτι το καινούργιο και σημαντικό αλλά απλά ενσωμάτωσαν
μια πρωτομνημονιακή ρύθμιση. Και αυτή η ρύθμιση του Ν. 4387/206 (Κατρούγκαλου)
έχει διατηρηθεί και με τον νόμο 4670/2020 (Βρούτση).
Α) Ν.3863/2010 (Λοβέρδου
- Κουτρουμάνη) - Άρθρο 3.
Αναλογικό ποσό σύνταξης ασφαλισμένων από 1.1.2011 και εφεξής
1. Οι ασφαλισμένοι για
πρώτη φορά, από 1.1.2011 και εφεξής, σε φορείς κύριας ασφάλισης, πλην ΟΓΑ, που
θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1.1.2015, δικαιούνται αναλογικού ποσού
σύνταξης, με βάση το συνολικό χρόνο ασφάλισής τους, ο οποίος δεν μπορεί να
είναι μικρότερος του ενός πλήρους έτους ασφάλισης ή τριακοσίων (300) ημερών και
με τη συμπλήρωση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία
κατά περίπτωση….Το τελικό ποσό σύνταξης καθορίζεται για όλα τα έτη με βάση το
συντελεστή που αντιστοιχεί στο τελευταίο πλήρες έτος ασφάλισης.
2. Ως μηνιαίες συντάξιμες
αποδοχές για τον υπολογισμό της αναλογικής σύνταξης γήρατος, αναπηρίας και
θανάτου στους φορείς κύριας ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς, λαμβάνεται
υπόψη το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο
ασφαλισμένος, καθ’ όλη τη διάρκεια του εργασιακού του βίου, πλην των αποδοχών
του μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση συνταξιοδότησης, επί των οποίων
καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς τον υπολογισμό δώρων εορτών και
επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών απασχόλησης που έχει
πραγματοποιήσει ο ασφαλισμένος εντός της χρονικής αυτής περιόδου. Για τους
φορείς κύριας ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους ως βάση υπολογισμού των παροχών
θεωρείται η ημέρα εργασίας, η κατά το προηγούμενο εδάφιο διαίρεση γίνεται με
τον αριθμό ημερών εργασίας για το ίδιο χρονικό διάστημα και το πηλίκο
πολλαπλασιάζεται επί είκοσι πέντε (25)….
Β) Ν. 3865/2010
(Λοβέρδου - Κουτρούμανη) - Άρθρο 4
Αναλογικό ποσό σύνταξης
1. Το αναλογικό ποσό σύνταξης υπολογίζεται για κάθε πλήρες έτος ασφάλισης, με
βάση ποσοστά επί των συντάξιμων αποδοχών, τα οποία καθορίζονται ως εξής:
Το τελικό ποσό σύνταξης καθορίζεται για όλα τα έτη με βάση το συντελεστή
που αντιστοιχεί στο τελευταίο πλήρες έτος ασφάλισης.
2. Ως μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές, για τον υπολογισμό της αναλογικής σύνταξης λαμβάνεται υπόψη το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών που έλαβε ο υπάλληλος καθ’ όλη τη διάρκεια του εργασιακού του βίου, πλην των αποδοχών του μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση συνταξιοδότησης και επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας που έχει πραγματοποιήσει ο υπάλληλος εντός της χρονικής αυτής περιόδου. Για τον προσδιορισμό των παραπάνω ασφαλιστέων αποδοχών, οι αποδοχές του υπαλλήλου, για κάθε ημερολογιακό έτος, πλην των ασφαλιστέων αποδοχών του τελευταίου έτους ή τμήματος έτους κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση συνταξιοδότησης, λαμβάνονται υπόψη αυξημένες κατά ποσοστό που καθορίζεται με τυπικό νόμο και με βάση τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και συντελεστή ωρίμανσης….
Ν. 4387/2016 (Κατρούγκαλου)
- Άρθρο 8
Ανταποδοτική
σύνταξη
1….. 2.α. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, προσαυξανόμενες κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, η οποία και υπολογίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Ανταποδοτικότητα της Κύριας Σύνταξης:
Η ανταποδοτικότητα της Κύριας Σύνταξης και ο
νέος τρόπος υπολογισμού από το 2014 και 2015 αντίστοιχα στο εφάπαξ και την
επικουρική σύνταξη και η υποχρεωτική ασφάλιση των νέων εργαζομένων στο ΤΕΚΑ από
την 1-1-2022 έχει οδηγήσει το Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης από αναδιανεμητικό σε
κεφαλαιοποιητικό.
Κάτι που με όλες τις μνημονικές ρυθμίσεις έχει
οδηγήσει το ΣΚΑ στη χώρα μας κατά 30% αναδιανεμητικό (εθνική σύνταξη) και κατά
70% κεφαλαιοποιητικό (ανταποδοτική κύρια σύνταξη, επικουρική, εφάπαξ, ΤΕΚΑ)
κάτι που σε αρκετές χώρες της Ευρώπης ισχύει το ακριβώς αντίθετο.
Από μόνη της η ανταποδοτικότητα ούτε διέσωσε
τάχα νέες περικοπές στις συντάξεις ούτε αποτελεί πανάκεια στήριξης των
συντάξεων, αλλά ακριβώς το αντίθετο.
Στην περίπτωση της εφαρμογής του τα τελευταία
χρόνια ιδιαίτερα με τους νόμους Κατρούγκαλου-Βρούτση
κεντρικό ζήτημα αποτελεί ο τρόπος υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών.
Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους των συντάξεων οι
παράμετροι που είναι απαραίτητοι είναι:
·
Οι συντάξιμες αποδοχές (μέσος όρος ασφαλιστέων αποδοχών από
1/1/2002 μέχρι την αίτηση για σύνταξη)
·
Τα έτη ασφάλισης
· Το ποσοστό αναπλήρωσης για κάθε έτος ασφάλισης του εργαζομένου.
Η βασική αλλαγή -
μεταξύ των άλλων - των προαναφερόμενων νόμων είναι ότι η Κύρια Σύνταξη
υπολογίζεται πλέον ως εξής:
·
Από ένα σταθερό ποσό που χρηματοδοτείται από τη
φορολογία (Εθνική Σύνταξη)
· Από ένα ποσό το οποίο είναι ανταποδοτικό και
υπολογίζεται από τις συντάξιμες αποδοχές, από ένα συντελεστή αναπλήρωσης, ο
οποίος προκύπτει από τα έτη ασφάλισης και τον τρόπος υπολογισμού των συντάξιμων
αποδοχών στο σύνολο ολόκληρου του εργασιακού βίου.
Πριν τα μνημόνια οι συντάξιμες αποδοχές υπολογίζονταν από τον μέσο όρο της τελευταίας 5ετίας για το ΙΚΑ και τελευταίο μισθό για ΔΕΚΟ - Τράπεζες, άρα και για τη ΔΕΗ. Μετά τα μνημόνια υπολογίζεται ως ο μέσος όρος όλου του εργασιακού βίου του ασφαλισμένου.
Μόνο από την
αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών προκύπτει μία μείωση στις
συντάξεις της τάξης του 16%.
Η ανταποδοτική σύνταξη με τον Ν. 3863/2010 είχε ένα μέσο συντελεστή αναπλήρωσης, για το χρόνο
ασφάλισης από 25 μέχρι 40 έτη, ίσο με 39%.
Αντίστοιχα, ο
μέσος αυτός συντελεστής αναπλήρωσης του Ν. 4387/2016 μειώθηκε στο 30,6%, δηλαδή μείωση 21,8%.
Με τον Ν.
4670/2020, ο μέσος συντελεστής αναπλήρωσης για 25 με 40 έτη ασφάλισης είναι 33%, δηλαδή 15,7% μειωμένος σε σχέση με τον Ν. 3863/2010 και 7,8% αυξημένος σε σχέση με τον Ν.
4387/2016.
Επίσης, στην
επικουρική σύνταξη και στους τρεις προαναφερόμενους νόμους, ο μέσος συντελεστής
αναπλήρωσης μειώθηκε κατά 25%. Αυτή
η μείωση καθορίστηκε με τον Ν. 4052/2012 και διατηρήθηκε η ίδια και στους
Νόμους 4387/2016 και 4670/2020. Έτσι, οι επικουρικές συντάξεις από μέσο
συντελεστή αναπλήρωσης 20% κατά μέσο
όρο μειώθηκαν στο 15% κατά μέσο όρο.
Κατά συνέπεια, συνολικά και σε μέσους
όρους για χρόνο ασφάλισης από 25 μέχρι 40 έτη (μέσος όρος των ετών ασφάλισης
των συνταξιοδοτηθέντων) το συνταξιοδοτικό εισόδημα (κύρια και επικουρική
σύνταξη) υπέστη μία μείωση της τάξης του 27%
από τις εξής αιτίες:
Πρώτον, από τη μείωση των συντελεστών αναπλήρωσης της κύριας σύνταξης.
Δεύτερον, από την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών με τον μέσο
όρο όλου του εργασιακού βίου.
Τρίτον, από τη μετατροπή της επικουρικής ασφάλισης σε ατομικούς λογαριασμούς
νοητής κεφαλαιοποίησης.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ιδιαίτερα για τους νέους συνταξιούχους από τον ιδιωτικό τομέα - και όχι μόνο - πολύ μειωμένες συντάξεις που όταν ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση τα πρώτα χρόνια των μνημονίων μιλούσαν για «βουλγαροποίηση» των ελληνικών συντάξεων τους θεωρούσαμε λίγο υπερβολικούς. (Βλέπε πίνακες στο Β Μέρος).
Β Μέρος
Με βάση τον τρόπο υπολογισμού με τους μισθούς ολόκληρου του εργασιακού βίου
έχουν άμεσο αντίκτυπο στο ύψος των νέων συντάξεων μετά
το 2019 και ιδιαίτερα στις νέες συντάξεις των ασφαλισμένων του ιδιωτικού
τομέα (εργάτες, υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες, επιστήμονες) που
οδηγούν σε μειωμένες συντάξεις. Όπως εκτιμούν ειδικοί στην Κοινωνική Ασφάλιση
αυτό θα οδηγήσει σε μειώσεις συντάξεων της τάξης πάνω από 20% στα χαμηλά
εισοδήματα ενώ σε υψηλά ασφαλιστέα εισοδήματα θα κυμανθεί Πάνω από 30%.
Και αυτό οφείλεται έχοντας
αντίκτυπο από τα παρακάτω:
· Οι καταληκτικές αποδοχές τού τελευταίου έτους ή της
τελευταίας πενταετίας, όπως ίσχυε πριν τα μνημόνια έδιναν υψηλότερες συντάξιμες
αποδοχές από τις αποδοχές στο σύνολο ολόκληρου του εργασιακού βίου, άρα και
μεγαλύτερες συντάξεις.
· Με την κατάρρευση των μισθών του ιδιωτικού τομέα κατά
την περίοδο των μνημονίων μέσω της κατάργησης των συλλογικών διαπραγματεύσεων
και των ΣΣΕ, κατάργηση τριετιών, επιδομάτων, της εκτίναξης της ανεργίας, της
εξάπλωσης διαφόρων μορφών στις εργασιακές σχέσεις (μερική απασχόληση,
ενοικιαζόμενοι, εκ περιτροπής εργασία, αδήλωτη «μαύρη» εργασία, απολύσεις, κλπ)
ο υπολογισμός στο σύνολο του εργασιακού βίου λειτουργεί πολύ αρνητικά και
οδηγεί σε μειωμένες συντάξεις.
· Οι συντελεστές αναπλήρωσης των συντάξιμων αποδοχών είναι χαμηλότεροι από παλαιότερα.
Στον νόμο Κατρούγκαλου το ΣτΕ τους έκρινε αντισυνταγματικούς ως πολύ χαμηλούς που έχουν επίπτωση στις συντάξεις. Την συμμόρφωση στην εν λόγω απόφαση από την σημερινή κυβέρνηση με τον Ν. 4670/2020 βελτίωσε μόνο για όσους έχουν πάνω από 30 χρόνια ασφαλιστικού βίου. Κάτω από τα 30 χρόνια είναι απαράδεκτα χαμηλοί. Πόσοι και σήμερα και μελλοντικά θα φτάσουν στα 30 χρόνια. Άρα έμμεση μείωση συντάξεων.
(Βλέπε Πίνακα -
Στοιχεία Υπουργείου - Πληροφοριακό Σύστημα
«ΗΛΙΟΣ» της ΗΔΙΚΑ ΑΕ)
Πιο συγκεκριμένα, για τον Νοέμβριο 2025, ο μέσος όρος δαπάνης σύνταξης για τους νέους συνταξιούχους που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα ανήλθε σε 787,91 €, ενώ για τους συνταξιούχους του Δημοσίου ο μέσος όρος δαπάνης ανήλθε σε 1.504,67 € όπως φαίνεται στον παρακάτω αριστερό πίνακα. Αντίστοιχη ήταν η εικόνα και για τους προηγούμενους μήνες του 2025 στον δεξιό πίνακα.
Η έκδοση των συντάξεων των νέων
συνταξιούχων των ΔΕΚΟ - Τραπεζών
μετά τις 12-5-2016 - Η περίπτωση της ΔΕΗ.
Οι νέοι
συνταξιούχοι της ΔΕΗ
που συνταξιοδοτήθηκαν μετά τις
12-5-206 παίρνουν αρκετά μεγαλύτερες κύριες συντάξεις λόγω των επί πλέον εισφορών σε κρατήσεις που είχαν από το 1993 έως
το 2019 (33% συμμετοχή εργαζόμενου-εργοδότη).
Όσοι
συνταξιοδοτούνται
σε χρόνο όσο αργότερα από το 2019 θα βαίνουν μειωμένες οι συντάξεις αφού δεν θα υπολογίζεται μέρος του χρόνου
των επι πλέον εισφορών.
Σε
επόμενους εξοδούχους
και από κάποια στιγμή και μετά που δεν θα υπολογίζονται καθόλου επι πλέον εισφορές ο
«παρονομαστής» θα είναι κοινός με ότι ισχύει και για τους υπόλοιπους
συνταξιούχους.
Οι παλαιοί συνταξιούχοι πριν τις 12-5-2016 που αποτελούν την τεράστια πλειοψηφία των μέχρι σήμερα συνταξιούχων της ΔΕΗ (περίπου πάνω από 38000) με το παλαιό σύστημα είχαν υψηλές και ικανοποιητικές συντάξεις και με είκοσι επτά (27) μειώσεις των συντάξεων τους και της περικοπής των δώρων των νόμων του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου (2010-2014) τους οδήγησαν σε περικοπές από 35% έως και 50%.
Συνεπώς ένα κομμάτι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ και στις ΔΕΚΟ προσληφθέντες στο τέλος της 10ετίας του 1980 που βγήκαν σε σύνταξη από 2015 και μετά λειτουργεί ευνοϊκά και αυτό θα υπάρχει για κάποιο ακόμη χρονικό διάστημα.
Μήπως πρέπει να
χειροκροτήσουμε τους μνημονιακούς νόμους για αυτή την ευνοϊκή συγκυρία που
υπήρξε για εργαζόμενους των πρώην ΔΕΚΟ και της ΔΕΗ μη συνυπολογίζοντας όλες τις
παραπάνω παραμέτρους ;
Σημείωμα Ι: Είτε
εργαζόμενος σε ΥΒΑΕ ή εκτός (κοινές διατάξεις) υπήρχαν οι ίδιες επί πλέον
εισφορές. Αντίστοιχα υπήρχαν και επι πλέον εισφορές στην Επικουρική Σύνταξη
μέχρι το 2013. Από το 2015 και μετά υπάρχει νέος τρόπος υπολογισμού παίρνοντας
μόνο τις κρατήσεις των εισφορών μας. Και εδώ προκύπτει μείωση των επικουρικών.
Το ίδιο ισχύει και από
το 2014 για το εφάπαξ
Οι εισφορές εργοδότη -
εργαζόμενου στη ΔΕΗ για κύρια σύνταξη από 1-1-993-1995 μέχρι το 2019 ήταν 11%+ 22%=33%. Το ΙΚΑ είχε εργαζόμενου - εργοδότη 20%. Στην Επικουρική ήταν 6%
στο ΙΚΑ. Στη ΔΕΗ 9% για τις κοινές διατάξεις.
Για τα ΥΒΑΕ το ΙΚΑ είχε 8% και η ΔΕΗ 9% (Βλέπε
παρακάτω πίνακα).
Οι ασφαλισμένοι πριν το 1993 ως εργαζόμενοι στη ΔΕΗ δεν είχαν ασφαλιστέες εισφορές στο σύνολο του μισθού τους (εξαιρούνταν κάποια επιδόματα) και έτσι έχαναν σε συντάξιμες αποδοχές. Οι πρωτοασφαλισμένοι εργαζόμενοι της ΔΕΗ από την 1-1-1993 και μετά έχουν κρατήσεις εισφορών μόνο 6.67% όσο και το ΙΚΑ στο σύνολο όμως του μισθού τους. Δεν έχουν επί πλέον εισφορές. Βγάζουν λίγο παραπάνω σε συντάξιμες αποδοχές όμως στο τέλος βγάζουν μικρότερες συντάξεις. Ευτυχώς που έχουν σταθερή εργασία και καλούς μισθούς γιατί και αυτοί είναι από τους χαμένους. Παίρνουν λίγο παραπάνω σε εφάπαξ στην επικουρική έρχονται στα ίσα λόγω των κρατήσεων στο σύνολο του μισθού.
Υπολογισμός Ανταποδοτικού
ποσού Κύριας Σύνταξης:

Η διαφορά σύνταξης μεταξύ εργαζόμενου στο ΙΚΑ και στη ΔΕΗ
με τα ίδια χρόνια εργασίας, ασφαλιστέων αποδοχών.
Συμπερασματικά: Θεωρώ τους νόμους Κατρούγκαλου και Βρούτση όχι απλώς κακούς, αλλά κάκιστους, γιατί ενσωμάτωσαν όλες τις
αντιασφαλιστικές και αντισυνταξιοδοτικές διατάξεις 4-5 νόμων της περιόδου
2010-2012 με βασική στόχευση για δημοσιονομικούς λόγους εξυπηρέτησης του
δημόσιου χρέους και των υπερπλεονασμάτων μετατοπίζοντας ταυτόχρονα το ΣΚΑ από διανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε
εξατομικευμένο σύστημα (κεφαλαιοποιητικό).
Ούτε που θα το
φαντάζονταν ο Σπράος, ο Τήνιος, ο Γιαννίτσης, ο Νεκτάριος, ο Πισαριδης
τελευταία, οι του ΣΕΒ με το ΙΟΒΕ και λοιποί θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού.
Και έχουμε και συνέχεια με αντιασφαλιστικες διατάξεις στους νόμους Χατζηδάκη,
Κεραμέως.
Και μετά από όλα τα παραπάνω έχουμε ένα νέο διαφορετικό μοντέλο του Ασφαλιστικού Συστήματος στην χώρα μας που διευκολύνει στο επόμενο βήμα να βαθύνει ακόμη περισσότερο η ιδιωτικοποίηση του. Η κατάργηση τους πρέπει να παγιωθεί ως αίτημα. Μέχρι την κατάργηση τους πρέπει να διεκδικηθούν επιμέρους ζητήματα (π.χ. αλλαγή της βάσης υπολογισμού στην ανταποδοτική σύνταξη, βελτίωση συντελεστών αναπλήρωσης, σταδιακή μείωση της ΕΑΣ, κατάργηση του νέου τρόπου υπολογισμού σε εφάπαξ και επικουρική, κλπ) που θα μετριάσουν τις αρνητικές συνέπειές. Ακόμη και αυτά στο βάθος του «τούνελ» προσκρούουν στην συγκράτηση και μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης.
Γιατί π.χ. δεν
βελτιώθηκαν οι συντελεστές αναπροσαρμογής κάτω από τα τριάντα χρόνια που θα
έδιναν λιγάκι υψηλότερες συντάξεις κάτι που επισήμανε με την απόφαση του το ΣτΕ
; Ποια η προοπτική της επικουρικής
με τους νόμους αυτούς και την συνέχεια με το νόμο του Χατζηδάκη που μας οδηγεί ;
Το ίδιο με το εφάπαξ με
τον νέο τρόπο υπολογισμού που μετά από ένα χρονικό διάστημα θα υπάρχουν
τεράστιες μειώσεις.
Ολοκληρωμένα με την συνδικαλιστική μας πρόταση διεκδικούμε:
· Αποκατάσταση και
ενίσχυση του Δημόσιου καθολικού, κοινωνικού και αναδιανεμητικού χαρακτήρα της Κοινωνικής Ασφάλισης
που θα εξασφαλίζει, την συνεχή και επαρκή κρατική
χρηματοδότηση.
·
Εξεύρεση
νέων πόρων (Αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, δημόσια έργα,
κρατικές προμήθειες, χρηματιστηριακές και τραπεζικές συναλλαγές, τυχερά
παιχνίδια, κλπ), την απονομή συντάξεων που να εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές
βιοτικό επίπεδο.
· Η τριμερής
χρηματοδότηση για
ένα βιώσιμο και κοινωνικά δίκαιο ασφαλιστικό σύστημα με ταυτόχρονη επαναφορά
των κλεμμένων αποθεματικών εξακολουθεί να αποτελεί βασικό μας στόχο.
Στην παραπάνω κατάσταση είναι επιβεβλημένη η κοινή δράση
των συνταξιουχικών οργανώσεων για να αντιμετωπιστεί η πολιτική
λιτότητας και λεηλασίας μισθών και συντάξεων που εφαρμόζει η κυβέρνηση και η
αποκατάσταση και στήριξη της Δημόσιας Κοινωνικής Ασφάλισης.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου